Γράφει η Ελένη Σάββα
Τα μάτια του εκείνο το βράδυ κοιτούσαν αλλού. Δεν κοιτούσαν εμένα, ούτε μια ματιά δεν μου έριξαν. Κι όμως, ήμουν εκεί. Κι όμως, το ήξερε. Κι ούτε μίλησε, κι ούτε κοίταξε, ούτε αγκάλιασε.
Κι έφυγα. Έτσι απλά, αθόρυβα, ήσυχα, ήρεμα. Έφυγα. Δεν κοίταξα πίσω. Ποια μάτια να έψαχνα να δω; Αυτά που κοιτούσαν αλλού;
Πόσο δύσκολο ήταν να φύγω. Μακάρι να ήξερε πόσο δύσκολο ήταν για μένα.
Ύστερα με έψαξε. Με έψαξε σ’ εκείνους τους δρόμους που περπατούσαμε παρέα, σ’ εκείνους που οδηγούσαν στην αγάπη μας.
Κι εγώ δεν ήμουν εκεί. Γιατί να ήμουν άλλωστε; Γιατί να έμενα εκεί να παλεύω για δύο μάτια που δεν με κοιτάνε; Δύο μάτια που δεν σε κοιτάνε είναι δύο μάτια που δεν σ’ αγαπούν! Να το θυμάσαι.
Κι όταν αποφάσισε πια να με κοιτάξει στα μάτια, τον κοίταξα κι εγώ. Δεν ρώτησα τίποτα, δεν είπα τίποτα, δεν έκλαψα καθόλου, δεν γέλασα.
Ανέκφραστη, κουρασμένη, δεν περίμενα τίποτα. Και τότε μ’αγκάλιασε. Έτσι απλά, χωρίς λέξεις, χωρίς δάκρυα. Τα αστέρια από πάνω έλαμπαν.
Κι εγώ ένιωσα να ζεσταίνεται η καρδιά μου.
Κι άρχισα να αναρωτιέμαι πού κοιτούσαν τα μάτια του τότε. Μα δεν μίλησα, δεν ρώτησα, απλώς τον κοίταξα. Μείναμε για λίγα λεπτά να κοιταζόμαστε, χωρίς να μιλάμε.
Ήταν άραγε αυτό που χρειαζόταν; Μια αγκαλιά χωρίς λέξεις; Μια αγκαλιά σιωπηλή που είπε περισσότερα από όσα θα λέγαμε εμείς σε δέκα χρόνια.
Ύστερα κοιτάξαμε τα αστέρια. Πόσο μικροί φαινόμασταν σε σύγκριση μ’αυτά, πόσο έλαμπε εκείνη την νύχτα ο ουρανός.