Γράφει η Μαρία Χριστοδούλου
Φοβάμαι! Φοβάμαι αλλά δεν κλαίω πια, δεν μιλώ πια και κάθε σκέψη που σε φέρνει στο μυαλό, της αντιστέκομαι και αρνούμαι να της παραδοθώ.
Φοβάμαι μήπως ήσουν εσύ ο ένας, πόσο άσχημο θα είναι να είσαι εσύ ο ένας που πλησίασε τόσο επικίνδυνα την ψύχη μου, πόσο με τρομάζει η ιδέα πως μόνο εσύ κατάφερες να ξυπνήσεις αυτές της πτυχές του εαυτού μου, πόσο με παγώνει η σκέψη πως δεν θα ξανανιώσω για κανένα άλλον το πάθος που ξυπνούσες εσύ στο μυαλό και στο κορμί μου.
Δεν γίνεται να είσαι εσύ με ακούς, γιατί δεν το αξίζεις, δεν θα επιτρέψω να είσαι εσύ με ακούς και μην χαμογελάς κρυφά με το σαδιστικό γεμάτο ευχαρίστηση ύφος στο μουτράκι σου.
Θα παλέψω ρε με δαίμονες, θα παλέψω και θα βγεις από μέσα μου, δεν θα αφήσω ίχνος ανάμνησης σου που νοσταλγώ, δεν θα αφήσω ούτε σπίθα από το πάθος που και τον πόθο που νοιώθω για σένα!
Φοβάμαι, φοβάμαι τη μέρα που θα σε αντικρύσω και πάλι, φοβάμαι την απόσταση που θα μας χωρίζει, φοβάμαι την ανάγκη μου για λίγη από την γεύση σου, για λίγη ανατριχίλα στο κορμί μου από το άγγιγμα σου.
Φοβάμαι τη ματιά σου όταν που θα με διαπεράσει και θα εξαφανίσει κάθε αντίσταση μου, φοβάμαι μην σε δω να χαμογελάς και λιώσω σαν κεράκι, φοβάμαι την μυρωδιά σου που θα εισχωρήσει ψες τα σωθικά μου.
Πάλη, πόλεμος και όμως όχι αγάπη μου, κανένας φόβος πια, καμιά ανάγκη πια για σένα, τους ξεπέρασα όλους ένα προς ένα, σε άνισες μάχες, τους νίκησα όλους του φόβους, τους κάθισα απέναντι μου τους είδα μέσα στα μάτια και τους μίλησα, άφηνα την καρδιά μου να κοντεύει να σπάσει από το καρδιοχτύπι μέχρι που την ηρέμησα, της εξήγησα και αυτή τα είδε όλα γιατί ήσουν εκεί απέναντι να της τα επιβεβαιώσεις χωρίς αμφιβολία.
Ανάσανα πια γιατί σιώπησε να κλαίει και να σε αναζητά, ανασαίνω καθαρό αέρα μακριά από ψεύτικες και δανεικές αγκαλιές σαν και την δικιά σου.
Κανένας φόβος πια!